
Το θράσος των Αλβανών δεν έχει προηγούμενο. Θέτουν θέμα.τσάμηδων; Το μόνο που μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση είναι πόσα χρόνια φυλακή έπρεπε να είχαν "φάει" τα τσιράκια των ναζί.Κι αν υπάρχουν επιζώντες να εκτίσουν τώρα ποινές. Δεν υπάρχει ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ θέμα για συζήτηση με συνεργάτες ναζί...
Το απόσπασμα από άρθρο του Υποστρατήγου ΕΛ.ΑΣ ε.α. Π. Λάγγαρη
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Ονοματολογία - Εμφάνιση - Προέλευση - Εθνικός Αυτοπροσδιορισμός «Τσαμουριά» κατά την περίοδο της τρομοκρατίας ονομαζόταν η περιοχή της Ηπείρου που περιελάμβανε τις επαρχίες Παραμυθιά, Φιλιατών, Πάργας και Μαργαριτίου (με την περιφέρεια του ποταμού Θυάμιδος δηλαδή Καλαμά), καθώς και μερικά χωριά των περιοχών της Β.Ηπείρου, Δελβίνου και Αγ. Σαράντα. Γεωγραφικά ο χώρος αυτός συμπίπτει με την κατά την αρχαιότητα χώρα της Ηπείρου Θεσπρωτία κατοικημένη από το ελληνικό φύλλο των Θεσπρωτών. Συναφές με την «Τσαμουριά» είναι και το όνομα «Τσάμης» - «Τσάμηδες» που προέρχεται κατά την επικρατήσα άποψη από την παραφθορά του αρχαίου ονόματος του ποταμού Καλαμά (Θύαμις - Τσίαμις - Τσάμης). Οι Τσάμηδες λοιπόν, δεν ήταν ούτε Τουρκικής καταγωγής, ούτε Αλβανικής, αλλά προέκυψαν από το γηγενές στοιχείο της Τσαμουριάς, εξαιτίας του εξισλαμισμού που έλαβε χώρα στην Ήπειρο και στη Θεσπρωτία (Χριστιανοί από τον 6ο αιώνα), ο οποίος άρχισε μετά τον θάνατο του Σκερντέμπεη και ιδιαίτερα τον 17ο μ.Χ. αιώνα. Ειδικότερα : Οι μεγάλοι Αλβανοί κτηματίες και οι Σπαχήδες (έφιπποι, μισθοφόροι) που είχαν εγκατασταθεί στη Θεσπρωτία από το 1700 εξαναγκάζονται να εξισλαμισθούν, για να διατηρήσουν τα τιμάρια τους, αξιοθέντες του τίτλου «μπέηδες» κληρονομικά. Τούτους από ψυχολογικό εξαναγκασμό μιμήθηκαν και οι φτωχοί κολίγοι. Οι Τσάμηδες μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας ήταν απόγονοι των ανωτέρω εξωμοτών. Κατ΄αρχήν οι εξισλαμισθέντες αυτοί Χριστιανοί διατήρησαν την Ελληνική γλώσσα και συμπαθούσαν τους Χριστιανούς κατοίκους, με τους οποίους συνδέονταν και με δεσμά συγγενείας. Με την πάροδο του χρόνου οι σχέσεις τους με τους Αλβανούς μπέηδες (γαιοκτήμονες) τους ανάγκασαν να μάθουν και την Αλβανική γλώσσα δημιουργώντας ταυτόχρονα μια παράδοξη νοοτροπία πονηριάς, συκοφαντικής διάθεσης και μοχθηρίας. Έτσι σιγά-σιγά απέβαλαν κάθε τι το Ελληνικό και η ονομασία «Τσάμης» κατάντησε συνώνυμη του πονηρού, του ανειλικρινούς, του άπιστου. Άρχισαν να υποβλέπουν το χριστιανικό στοιχείο, να μάχονται τούτο και να ζητούν την εξόντωσή του. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε η μικρή μουσουλμανική μειονότητα της Τσαμουριάς στη Θεσπρωτία, με καθαρά τουρκική φυλετική συνείδηση. Ο αριθμός των Τουρκοτσάμηδων του νομού Θεσπρωτίας, σε σύνολο 61.300 κατοίκων, μόλις ανήρχετο στους 16.600, το 1940, δηλαδή το 27%. (Η Κοινωνία των Εθνών τους υπολόγιζε σε 20.000). Οι Τουρκοτσάμηδες αυτοί με τη Συνθήκη των Αθηνών (1913) προστατεύονται σαν (θρησκευτική) μουσουλμανική μειονότητα, ενώ κατέστησαν Έλληνες υπήκοοι, αφού τον Φεβρουάριο του 1913 ελευθερώθηκε η Ήπειρος από τον Οθωμανικό ζυγό. Μέχρι τότε ήταν Τούρκοι υπήκοοι, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχαν δικά τους σχολεία για την εκμάθηση της γλώσσας τους και τεμένη, στα οποία δίδασκαν οι Χοτζάδες, που επληρώνοντο από το Ελληνικό Δημόσιο. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 η προπαγάνδα της Αυστρίας στρατολόγησε πολλούς πράκτορες μεταξύ των Τσάμηδων, τους οποίους εκίνησε κατά του Ελληνισμού. Μόνο το 1924 οι Τσάμηδες άρχισαν να προσαρμόζουν τη συνείδησή τους προς την Αλβανία, οπότε για πρώτη φορά ανακινήθηκε ζήτημα Αλβανικής μειονότητας. Επί δικτατορίας Θ. Παγκάλου αναγνωρίστηκαν (Αύγουστος 1926) με Ελληνική πρωτοβουλία και προς εκδήλωση φιλικών αισθημάτων προς την Αλβανία οι Τσάμηδες σαν «Αλβανική» μειονότητα, για να αποφύγουν την ανταλλαγή, ενώ σύμφωνα με την Ελληνοτουρκική Σύμβαση ανταλλαγής της 30-1-1923, η Ελλάδα θα απαλλάσσονταν της παρουσίας αυτών, παρά το γεγονός ότι πολλοί από τους μουσουλμάνους της Τσαμουριάς ήταν υπέρ της ανταλλαγής και επιθυμούσαν να αναχωρήσουν για την Τουρκία (περί τους 5.000 τους οποίους είχε δεχθεί η Τουρκία). Οι Ιταλοί εξ άλλου, από το 1923, γνωρίζοντες το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των Αλβανών για τη Θεσπρωτία, καθώς και τον πόθο τους να επεκταθούν προς αυτήν δεν άφηναν ευκαιρία ανεκμετάλλευτη από το να μην υποδαυλίζουν αυτούς και να τους κρατούν σε ψυχικό αναβρασμό, να τους φανατίζουν και να τους τροφοδοτούν με συνθήματα για την πραγματοποίηση των ονείρων τους. Έκνομες Δραστηριότητες Τσάμης ήταν ο ληστής Νταούτ Χότζα, τον οποίον ο Μουσολίνι χρησιμοποίησε ως έναυσμα για την κήρυξη πολέμου κατά της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1940, τάγματα δε Τσάμηδων σχηματίστηκαν και συμπολέμησαν με τους Ιταλούς στην αρχή, με Ιταλικές στολές και τους Γερμανούς αργότερα. Και στις δύο περιπτώσεις επικεφαλής των προπομπών ήταν πάντοτε Τσάμηδες. Τα τάγματα αυτά επιδόθηκαν με ανήκουστη θηριωδία στο «πλιάτσικο» των οικιών και καταστημάτων των Ελλήνων Χριστιανών. Σα να μην αρκούσαν όλα αυτά, υποχρέωσαν τους Έλληνες να φορούν το γνωστό Αλβανικό άσπρο σκούφο και διέπραξαν γενικά ανήκουστα εγκλήματα κατά των άτυχων Θεσπρωτών, τους οποίους βασάνιζαν και σκότωναν. Τον Ιούλιο του 1941 η Ιταλική Κυβέρνηση διόριζε με Διάταγμα τον αρχηγό της εγκληματικής μαφίας από την Παραμυθιά Τζεμίλ Ντίνο, σαν Ύπατο Αρμοστή Θεσπρωτίας, ο οποίος μάλιστα δεν εμφανίστηκε για να αναλάβει τα καθήκοντά του. Για να τρομοκρατήσουν ακόμη περισσότερο το Ελληνικό στοιχείο, και να επιδείξουν στην Ελληνική Κυβέρνηση τη θέλησή τους οι Τσάμηδες, ότι επιθυμούν την απόσπαση του Νομού Θεσπρωτίας από τον ελληνικό κορμό, δολοφονούν μπρος στο Νομαρχιακό κατάστημα τον αναπληρωτή Νομάρχη Γ. Βασιλάκο. Η δολοφονία αυτή υπήρξε το σύνθημα των ομαδικών εκτελέσεων σ΄ολόκληρο το Νομό, με κορύφωση την εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς (29-9-1943). Διευθύνων νους για την συστηματοποίηση του έργου της εξολοθρεύσεως του ελληνικού στοιχείου ήταν η διαβόητη τρομοκρατική οργάνωση K-S-I-L-I-A δηλαδή το «Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως» που συγκροτήθηκε προς τούτο τον Ιούλιο του 1942. Πλέον εναργής για το θέμα είναι η σχετική έκθεση ειδικής προς τούτο συσταθείσης και αμερόληπτης επιτροπής. ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ «ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ (K.S.I.L.I.A.) ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ» 1. Δολοφονηθέντες υπό Τσάμηδων μόνων ή εν συνεργασία με τα στρατεύματα κατοχής : 632 2. Εξαφανισθέντες και απαχθέντες ως όμηροι : 428 3. Βιασμοί γυναικών και κορασίδων : 209 4. Απαγωγαί : 31 5. Πυρποληθείσαι οικίαι : 2.332 6. Λεηλατηθέντα ολοσχερώς χωρία : 53 7. Διαρπαγέντα ζώα : (α) Αιγοπρόβατα : 37556 (β) Βοοειδή : 9.285 (γ) Ιπποειδή : 4.185 (δ) Πουλερικά (ένα μέρος) : 30.000 (ε) Κυψέλαι : 742 Τα ανωτέρω είναι κατώτερα της πραγματικότητος. Την άνοιξη του 1944, στα πλαίσια των επιχειρήσεων εναντίον των Γερμανών στην Ήπειρο, κρίθηκε αναγκαίο από την Βρετανική συμμαχική αποστολή να καταλάβει ο Ζέρβας τις Ηπειρωτικές ακτές στην περιοχή της Πάργας που ελέγχουν οι Τσάμηδες, προκειμένου να γίνεται πιο εύκολα ο εφοδιασμός του ΕΔΕΣ με πλοιάρια από την Ιταλία. Στις επιχειρήσεις αυτές στο πλευρό των Γερμανών πολέμησαν και ένοπλα σώματα Τσάμηδων, ιδιαίτερα στην περιοχή της Πάργας, της Παραμυθιάς και της Ηγουμενίτσας. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η μάχη της Μενίνας (17/18-8-1944), όπου μαζί με τους 92 νεκρούς και 109 αιχμαλώτους Γερμανούς, είχαν και οι συμπολεμιστές τους Τσάμηδες 86 νεκρούς και 7 αιχμαλώτους, έναντι 6 ανδρών του ΕΔΕΣ και του Άγγλου Ταγματάρχου Δαβίδ Ουάλλας. Για τον ρόλο αυτό των Τσάμηδων η συμμαχική αποστολή διέταξε τον Ζέρβα να διαλύσει τα Σώματα αυτά, με αντικειμενικό σκοπό στο να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις ενάντια στους Γερμανούς κατά την αποχώρησή τους προς την Αλβανία (Οκτώβριος 1944). Αποχώρηση - Κυρώσεις Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1944, αντιληφθέντες ότι θα λογοδοτούσαν στην Ελληνική Δικαιοσύνη, για την εν γένει εγκληματική και αντεθνική δράση τους, οι Τσάμηδες, μαζί με τους υποχωρούντες Γερμανούς που έχασαν τον πόλεμο, αποχωρούν για την Αλβανία οικειοθελώς περί τους 16.000-18.000. Μεγάλος αριθμός μάλιστα Τσάμηδων μεταφέρθηκε στην Αλβανία με Γερμανικά μεταφορικά μέσα, σύμφωνα με αναφορά Αμερικανού αξιωματικού. Στην Αλβανία, το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα τους εγκατέστησε στην πεδιάδα της Μουζακιάς και τους διατήρησε ως Έλληνες υπηκόους με την ελπίδα τυχόν επιστροφής τους στην Ελλάδα ή επανάκτησης των περιουσιακών τους στοιχείων, τα οποία είχαν δεσμευθεί στο μεταξύ από το ελληνικό κράτος. Συγκεκριμένα, με την υπ΄αρ. 344/23-4-1945 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δοσιλόγων Ιωαννίνων και περί τις 1.700 σχετικές καταδικαστικές αποφάσεις ερήμην που επακολούθησαν καταδικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου, ενώ οι περιουσίες τους δημεύτηκαν (Β.Δ. 2185/1952 και Ν.27891/1954) και εκποιήθηκαν ή διανεμήθηκαν σε όλους, όσους έπεσαν θύματα της θηριωδίας τους. Παράλληλα, με την υπ΄αρ. Α.Π. 50862/1947 απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών οι Τσάμηδες στερήθηκαν της ελληνικής ιθαγένειας. Οι ελάχιστες δεκάδες Τσάμηδες που παρέμειναν στην Ελλάδα (όσοι εθεώρουν εαυτούς αθώους), παρέμειναν ανενόχλητοι, εκχριστιανίστηκαν και αφομοιώθηκαν από το ελληνικό στοιχείο, διάγοντας φιλησύχως και νομοταγώς. Τέτοιοι υπήρξαν οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες οι οποίοι εμφανίζονται τώρα ως «αθώοι» και «αδικημένοι», επιχειρώντας να ανατρέψουν την σε βάρος τους πραγματικότητα, διαστρεβλώνοντας και παραχαράσσοντας την ιστορία.
Στη Θεσπρωτία κατοικούσαν:
ΑπάντησηΔιαγραφή1) μουσουλμάνοι Τσάμηδες (Αλβανοί που κακώς κάποιοι τους αποκαλούν 'Τουρκοτσάμηδες'),
2) χριστιανοί Τσάμηδες (Αλβανοί),
3) Έλληνες χριστιανοί,
4) Αρβανιτόβλαχοι (οι λεγόμενοι Τσαμουρένι)
5) Επίσης, υπήρχε ένας μικρός αριθμός μουσουλμάνων τσιγγάνων στους Φιλιάτες και αλλού (σήμερα κατοικούν σε 2 χωριά στους Άγιους Σαράντα) και μερικοί ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι.
Το 1928, ο πληθυσμός των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Ηπείρου έφτανε επίσημα τους 19.244 από την πρώτη απογραφή πληθυσμού (αν και μάλλον ήταν περισσότεροι) και οι 17.008 δήλωναν ως μητρική τους γλώσσα την αλβανική. Πριν το 1928 ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ηπείρου ανέρχονταν στους 20.160 κατοίκους, σε 63 διαφορετικά χωριά και πόλεις. Το 1913 όμως, όταν η Ήπειρος ενώθηκε με την Ελλάδα, οι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι κάτοικοί της ανέρχονταν στους 40.000. Πολλοί απ’ αυτούς αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή και να μεταβούν στην Τουρκία και στην Αίγυπτο λόγω πιέσεων των ελληνικών αρχών. Γεγονός ήταν πως η ελληνική πλευρά, σκεπτόμενη πως η Αλβανία ίσως χρησιμοποιούσε τους Τσάμηδες ως μοχλό πίεσης σε διάφορα ζητήματα προσπάθησε από το 1924 να προκαλέσει με κάθε πρόσφορο τρόπο την εκούσια μετανάστευσή τους. Σε πρώτη φάση έφερε στην περιοχή μερικές χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας με σκοπό να ενταθεί η πίεση προς τους Τσάμηδες. Οι χριστιανοί πρόσφυγες με στήριγμα τη νομοθεσία των υποχρεωτικών απαλλοτριώσεων έλαβαν σημαντικό μέρος της γης, ιδιαίτερα στις πλούσιες περιοχές Ηγουμενίτσας και Φαναριού. Η απαλλοτρίωση περιελάμβανε καλλιεργήσιμες εκτάσεις και κατοικίες. Η καταναγκαστική αυτή συγκατοίκηση έμελλε να είναι οδυνηρή για τους Τσάμηδες.
Τσάμηδες ή Αλβανοτσάμηδες είναι το ίδιο πράγμα. Το "τουρκοτσάμηδες που λένε μερικοί είναι λάθος". Οι πληθυσμοί αυτοί ήταν Αλβανοί και όχι Τούρκοι, αν και πριν 20ο αιώνα το πρόθεμα 'τουρκο' είχε την έννοια του μουσουλμάνου και όχι του εθνικά Τούρκου. Πρόγονοι των Τσάμηδων ήταν τα αλβανικά ποιμενικά φύλα που εισχώρησαν στη Θεσπρωτία τον 13ο-14ο αιώνα, και αναμίχθηκαν στη συνέχεια με παλαιότερα ιλλυρικά φύλα που είχαν εισχωρήσει στην Ήπειρο μετά την καταστροφή των πόλεων της από τον Ρωμαίο στρατηγό Αιμίλιο Παύλο, αλλά και παλαιότερα. Ήταν εκείνοι οι χριστιανικοί πληθυσμοί που ασπάστηκαν το Ισλάμ μετά την αποτυχημένη επανάσταση του επισκόπου Τρίκκης Διονύσιου του Σκυλόσοφου.
Σύμφωνα με τα βενετικά αρχεία, οι χίλιοι χριστιανοί, βοσκοί και γεωργοί, που ακολούθησαν τον Διονύσιο τον Φιλόσοφο στην εξέγερση του 1611, ήσαν Αλβανοί χωρικοί προερχόμενοι από εβδομήντα χωριά της ευρύτερης περιοχής Παραμύθιάς. Το γεγονός, ότι είναι γεωργοί και βοσκοί, δηλώνει πως ένα μεγάλο μέρος των Αλβανών ημινομάδων των προηγούμενων αιώνων, είχε περιέλθει, στις αρχές του 17ου αι., στην κατηγορία των εδραίων χωρικών - κτηνοτρόφων, με μόνιμο πλέον τόπο διαμονής και συμπληρωματική γεωργική απασχόληση. Εχει δηλαδή πλήρως ενταχθεί στο οικονομικό γαιοκτητικό καθεστώς της αυτοκρατορίας, υφιστάμενο, κατά συνέπεια, άμεσα τις επιπτώσεις από την οικονομική κρίση και τη φορολογική πρακτική του κράτους και των εκπροσώπων του. Φορολογία και αυθαιρεσίες θα εξωθήσουν τους χίλιους αυτούς Αλβανούς γεωργο-κτηνοτρόφους σε εξέγερση. Μετά την αποτυχία της ανταρσίας θα ακολουθήσει η διασπορά στα βουνά και η προσφυγή στην άσκηση της ληστείας. (Κ. Μέρτζιος, «Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου», Ηπειρωτικά Χρονικά, 1938, τ. 13, σ. 84-86)
Αργότερα, πολλοί Αλβανοί και Έλληνες χριστιανοί, μετανάστευσαν στην Κέρκυρα. Το 1627 ο Κινάν Πασάς εκτιμά σε πέντε χιλιάδες τον αριθμό των Ηπειρωτών που είχαν μεταναστεύσει στην Κέρκυρα, ενώ τον Ιούνιο του 1632 οι αρχές του νησιού αναφέρουν: «…Από τίνος ήλθον ενταύθα από την γειτονικήν Τουρκία περί τους 2.000 Ελληνες Αλβανοί εκ των οποίων άλλοι μεν διότι επείνων και εστερούντο εργασίας και άλλοι φεύγοντες την τυραννίαν.» (Κ. Μέρτζιος, «Το εν Βενετία Κρατικόν Αρχείον, Α' περί Κοσμά του Αιτωλού», Ηπειρωτικά Χρονικά, 1940, τ. 19, σ. 42-44)
Σίγουρα ένα ποσοστό των Τσάμηδων συνεργάστηκαν με τις γερμανικές και τις ιταλικές κατοχικές αρχές. Δεν λέτε όμως γιατί, αποσιωπάτε τις αιτίες και τις αφορμές. Από την άλλη, ένα άλλο ποσοστό Τσάμηδων, εντάχθηκαν σε αντιστασιακές οργανώσεις, της Ελλάδας αλλά και της Αλβανίας (κυρίως στο Ε.Α.Μ. και στο αλβανικό L.A.N.C.), αλλά σχημάτισαν και κάποιες δικές τους μικρές ομάδες. Από τα ελληνικά δικαστήρια εκδόθηκαν περίπου 1900 καταδικαστικές αποφάσεις. Το ερώτημα είναι ότι, αφού καταδικάστηκε το 10% περίπου του τσάμικου πληθυσμού, γιατί εκδιώχθηκε και κακοποιήθηκε και το υπόλοιπο 90%; Για τους 2.500 δολοφονημένους Τσάμηδες (γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, κ.α.) από τις δυνάμεις του Ζέρβα, αλλά και από πιο πριν, δεν μιλάει κανείς. Μωρά παιδιά και αθώες γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά, ήταν συνεργάτες των Γερμανών και αυτοί;
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε κάθε περίπτωση, σαφώς η οποιαδήποτε άδικη πράξη, η οποιαδήποτε δολοφονία είτε Έλληνα από Αλβανό, είτε Αλβανού από Έλληνα, είναι καταδικαστέα χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν ήταν όμως πάντα τα πράγματα άσπρο-μαύρο. Για παράδειγμα ας θυμηθούμε τη συνεργασία του Κολοκοτρώνη με τους Τσάμηδες όταν αυτός κατέφυγε στην Κέρκυρα για να ζητήσει δυτική βοήθεια, ας θυμηθούμε ότι το 1831 ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ των Μουσουλμάνων Τσάμηδων της Παραμυθιάς εναντίον των Σουλτανικών στρατευμάτων στη μάχη της Βελτίστας, δέχεται επίθεση του Εμίν Πασά των Ιωαννίνων και πολιορκείται για δυο μήνες το κάστρο της. Ακολουθεί μεγάλη καταστροφή των περιουσιών των Παραμυθιωτών και εξορίζονται οι αρχηγοί τους στην Σόφια.
Οι δολοφονίες εναντίον των Τσάμηδων Αλβανών είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1913 από ελληνικές συμμορίες που επιτίθονταν στην περιοχή – ενθαρρυμένες προφανώς και από τις τότε ελληνικές αρχές. Ο Μάρκος Δεληγιαννάκης (μετά την προσάρτηση της Παραμυθιάς και της υπόλοιπης Τσαμουριάς στην Ελλάδα το 23.02.1913) με τη συμμορία του συνέλλαβαν 72 πρόκριτους Τσάμηδες, τους μετέφεραν στην τοποθεσία «Λίβερη» κοντά στο Σελάνι και τους σκότωσαν. Το γεγονός – διανθισμένο φυσικά με μπόλικη ελληνική προπαγάνδα - ομολογεί ο Σταύρος Παπαμώκος στο βιβλίο του «Η Σέλλιανη χθες και σήμερα» (εκδόθηκε στην Αθήνα το 1997) στη σελίδα 160:
«Ο οπλαρχηγός Μάρκος Δεληγιαννάκης επί κεφαλής ομάδας κρητικών μαχητών, αλλά και άλλων ενόπλων από τα γύρω χριστια-νικά χωριά, κατέβηκαν στα τουρκοχώρια της Τσιαμουριάς και συνέλαβαν 72 Τουρκαλβανούς, τους οποίους μετέφεραν δεμένους στο απόμερο και ολοσκότεινο ρέμα ‘Μπιντούρια και Κατσικιά’ της Σέλλιανης και τους εκτέλεσαν.».
Προσέξτε πως αποκαλεί τα αλβανικά χωριά περιφρονητικά ως «τουρκοχώρια». Παρόλο που ο Παπαμώκος κατακρίνει στο βιβλίο του για λόγους τακτικής- την πράξη του συμμορίτη Δεληγιαννάκη, ο στόχος του είναι προφανής. Εννοεί ότι ‘οι Τούρκοι ήταν κατακτητές των Ελλήνων και τους είχαν σκλάβους, ο Μάρκος Δεληγιαννάκης επιτέθηκε στα τουρκοχώρια κ.τλ.’. Δηλαδή με λίγα λόγια, αφήνει να εννοηθεί ότι ο Δεληγιαννάκης είχε το δίκαιο με το μέρος του, ότι επιτέθηκε στα χωριά των κατακτητών κ.α.
Για την πράξη αυτή του Δεληγιαννάκη έχει βγει ακόμα και δημοτικό παραδοσιακό τραγούδι από τους Έλληνες, με το όνομα «Του Μάρκου Δεληγιαννάκη» όπου περιγράφεται αυτή η σφαγή στο Σελάνι (ελλ. ‘Σέλλιανη’):
«Σαν τι κακό σας έκανα, κι μι κατηγουράτι;
Ιγώ χουριά δεν έκαψα και σκλάβους δεν επήρα.
Ιγώ τους πρώτους έμασα, εξήντα δυο νουμάτους
Στη Σέλλιανη τους έσυρα, στο μνήμα του Μανώλη.
Ξύπνα, Μανώλη ψυχογιέ, απού το μαύρου χώμα,
να δεις αρνιά που σου ’φερα, κριάρια σουβλισμένα.».
Οι Έλληνες πρόκριτοι της Παραμυθιάς που δολοφονήθηκαν από κάποιους Τσάμηδες ήταν λοιπόν αθώα θύματα αλλά οι 72 Αλβανοί που δολοφονήθηκαν από τη συμμορία του Δεληγιαννάκη ήταν κριάρια για σούβλισμα!!!
Στις 12/1/1942, στο κέντρο της Παραμυθιάς, ο ανθυπασπιστής της Χωροφυλακής Ηλίας Νίκου, Διοικητής του τοπικού σταθμού, μαζί με έναν σύντροφό του, δολοφόνησε δύο από τους πιο σημαντικούς παράγοντες των Τσάμηδων στην περιοχή, τον κτηματία Τεφήκ Κεμάλ και τον γιατρό Αχμέτ Κασήμ. Οι συγκρούσεις και οι διαμάχες μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων είχαν αυξηθεί, ειδικά μετά την δολοφονία από τους χριστιανούς ενός επιφανούς μουσουλμάνου, του Γιασίν Σαντίκ, τον Δεκέμβριο του 1942. Μαρτυρίες υπάρχουν ακόμα και από Έλληνες που είχαν δει τα γεγονότα αυτά και όχι μόνο από Αλβανούς:
ΑπάντησηΔιαγραφή«Τα έκτροπα σε βάρος των μουσουλμάνων συνεχίστηκαν από δημόσιους λειτουργούς και χριστιανούς κατοίκους, μόλις έφυγαν οι άντρες για εξορία. Με το πρόσχημα της δήθεν ανάκρισης…καλούσαν στα γραφεία τους όμορφες χανούμισσες και τις βίαζαν…Οι λεηλασίες σπιτιών, οι αρπαγές ζώων φανερές. Οι βιασμοί κοριτσιών και γυναικών πολλοί και επώνυμοι. Η βίαιη υποχρέωση σε έκδοση μουσουλμανίδων σε ορισμένα χωριά μεγάλη…» λέει ο Γιάννης Σάρρας (Γιάννης Σάρρας, «Ιστορικά-Λαογραφικά περιοχής Ηγουμενίτσας», σελ.631). Γράφει επίσης για την εκτέλεση των 8 μουσουλμάνων κατοίκων στη θέση Βίγλιζα στα υψώματα Λαδοχωρίου, που την επιβεβαιώνει - ως αυτόπτης μάρτυρας - ο Χρίστος Λόης, οπλίτης τότε στο 39ο Σύνταγμα Ευζώνων, και την καταγράφει στο βιβλίο του «Από τις σελίδες της μνήμης. Περιστατικά Πολέμου, 1940-1941», εκδ. Παπαδήμα, σελ.17.
Το θέμα της γενοκτονίας των Τσάμηδων συμπεριελήφθη στην ατζέντα της τέταρτης γενικής συνέλευσης του Οργανισμού Μη Αναγνωρισμένων Εθνών και Λαών (UNPO) - που εδρεύει στη Χάγη - στις 20-26 Ιανουαρίου 1995. Ας δούμε μερικές μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν εκείνη την εποχή τα γεγονότα από πρώτο χέρι.
Ο Εσαμπουντίν Καντίου λέει: «Μας συγκέντρωσαν όλους στο σπίτι ενός Αλβανού, του Σαλί Αβούζι. Εκεί υπήρχαν και άλλοι που είχαν έρθει στην πόλη μας από τα γύρω χωριά. Εκεί είχαν συγκεντρώσει γυναίκες και μικρά παιδιά, καθόλου άντρες. Μας είχαν εκεί για περίπου 5-6 μήνες. Σχεδόν κάθε μέρα έθαβαν και από ένα παιδί. Μας είχαν πιάσει αρρώστιες, ήμασταν σε άσχημη κατάσταση. Δεν είχαμε να φάμε. Με λίγα λόγια πέθαναν πολλά παιδιά και ηλικιωμένες γυναίκες. Υπήρχαν κάποιες γυναίκες άνω των 80 χρόνων.. οι Έλληνες τους έριχναν από τις σκάλες και πέθαιναν…»
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ Καντριέ Οσμάνι λέει: «Σκότωσαν τον πατέρα μου, τον ξάδερφο μου, τους αδερφούς της μητέρας μου και την αδερφή της μητέρας μου που ήταν παράλυτη. Την έριξαν από τις σκάλες και μετά την πυροβόλησαν…»
Η Καντριέ Αλίου λέει: «Μπήκαν το βράδυ οι Έλληνες στο σπίτι μας, πήραν τα 4 πρόβατα που είχαμε. Η μητέρα μου με το μωρό στην αγκαλιά της τους έλεγε: {Σας παρακαλώ, δεν έχω γάλα για τα παιδιά μου} και ένας στρατιώτης της είπε: {Έχω μόνο μία σφαίρα, δεν είμαι εδώ για να την σπαταλήσω, πήγαινε μέσα}. Άκουγα τις γειτόνισσες μου που φώναζαν και έκλαιγαν. Τις είχαν κόψει τα αυτιά, τους τραβούσαν τα σκουλαρίκια από τα αυτιά τους με τη μία και τους τα έκοβαν. Τις είχαν κόψει τα δάχτυλα για να τις πάρουν τα δαχτυλίδια.. απίστευτα πράγματα. Ξεκοίλιασαν έγκυες γυναίκες. Θυμάμαι ακόμα μία γυναίκα που είχε ένα μεγάλο τραύμα από λόγχη ανάμεσα στους ώμους της.»
Ο Ραχμί Ουζέιρι λέει: «Σκότωναν γυναίκες και παιδιά. Είχαν ξεκοιλιάσει γυναίκες και τους έπαιρναν τα έμβρυα μέσα από τις κοιλιές τους. Τους είχαν κόψει τα δάχτυλα και τους έπαιρναν ό,τι κόσμημα φορούσαν..»
Ο Φαήκ Μπολλάτι λέει: «Το πρώτο που μας ζήτησαν ήταν για χρυσό. Ό,τι είχαμε, ό,τι είχαν η μητέρα μου και η θεία μου στον λαιμό τους και στα δάχτυλα τους τους τα άρπαξαν. Τότε είπαν στη μητέρα μου: {Θέλουμε τον γιο σου για ένα λεπτό. Θα τον πάρουμε και θα στον ξαναστείλουμε σε ένα λεπτό}. Δεν το είδα αλλά άκουσα τη μητέρα μου να κραυγάζει και να χοροπηδάει’ είχαν κόψει το κεφάλι του αδερφού μου. Ήταν μόνο 17 χρόνων…. Ένας γείτονας μας μας πήρε μετά στο σπίτι του. Το όνομα του ήταν Τσιλ Μπάρμπα. Του δώσαμε μερικά χρήματα και μας άφησε να μείνουμε στο σπίτι του. Αφού τη νύχτα μας πήρε χρυσαφικά και ό,τι μας είχε απομείνει, μας πήρε την άλλη μέρα σε μία εκκλησία. Στην εκκλησία θυμάμαι ότι τρεις φορές μας έβγαλαν έξω ώστε να μας σκοτώσουν αλλά παρενέβησαν κάποιοι Βρετανοί στρατιώτες και σωθήκαμε.. υπήρχε και μία γυναίκα. Τότε μας πήγαν για τέσσερις μήνες στην Ηγουμενίτσα, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και σε σπίτια κοντά στο λιμάνι, θυμάμαι ακόμα πως ανοιγόκλειναν τις μεγάλες σιδερένιες τους πόρτες. Άνοιγαν τις πόρτες, έπαιρναν νεαρά κορίτσια και τα βίαζαν. Κάποια επέστρεφαν πίσω, κάποια άλλα τα σκότωναν. Ακούγαμε τις κραυγές τους. Εκεί πέθανε μία από τις αδερφές μου από πείνα και έθαψαν ζωντανή μία θεία μου που τα παιδιά της ζούνε ακόμα.»
Η Ραμπιέ Σεριάνι λέει: «Σκότωσαν τον πατέρα μου. Σκότωσαν τον πεθερό της θείας μου. Τους έστειλαν στο τζαμί της Παραμυθιάς. Είπαν στη θεία μου και σε μερικές άλλες γυναίκες να καθαρίσουν το τζαμί. Όταν πήγαν στο τζαμί, ήταν γεμάτο με ακέφαλα πτώματα. Η θεία μου αναγνώρισε τον αδερφό της από τη μπλούζα που φορούσε. Ήταν ο μοναδικός της αδερφός ανάμεσα σε 5 αδερφές που είχε. Αναγνώρισε τον πεθερό της από ένα χαρακτηριστικό που είχε στις κάλτσες του… Τελικά δεν υπήρχε τίποτα να καθαρίσουν. Τις είχαν πάρει στο τζαμί μόνο για να δουν..»
«Ήμουν ήδη παντρεμένη για δύο χρόνια όταν σκότωσαν τον εικοσι-πεντάχρονο αδερφό μου και τους δύο αδερφούς του άντρα μου’ τον Σουλεϊμάν, τον Χαμίτ και τον αδερφό μου τον Εκρέμ. Ο ένας ήταν 39 και ο άλλος ήταν 22 χρονών. Μας πήραν και τα 700 πρόβατα που είχαμε…» λέει μία άλλη ηλικιωμένη πλέον γυναίκα (δεν θυμάμαι το όνομα της).
Η Σανιγιέ Μπολλάτι από την Παραμυθιά (Ajdonat) κάηκε ζωντανή ρίχνοντας της οινόπνευμα, αφού πρώτα της έκοψαν τους μαστούς και της έβγαλαν τα μάτια. Ο Ομέρ Μουράτι δολοφονήθηκε, έκοψαν το σώμα του σε κομμάτια και τα περιέφεραν στην Παραμυθιά. Στο σπίτι του Σούλο Τάρι είχαν συγκεντρωθεί περισσότερες από σαράντα γυναίκες. Ο Τσίλι Πόποβα απ’ το χωριό Πόποβο (Αγία Κυριακή) μαζί με μία ομάδα στρατιωτών, μπήκαν στο σπίτι και ξεκίνησαν να βιάζουν τις γυναίκες και τα κορίτσια σε ένα από τα δωμάτια. Οι κραυγές των γυναικών ακούγονταν όλη τη νύχτα. Ο Σέρι Φέιζο, ο Φικρέτ Σούλο Τάρι και άλλοι, δολοφονήθηκαν. Ο Χιλμί Μπεκίρι από τους Φιλιάτες (Filati) χτυπήθηκε μπροστά στα μάτια της οικογένειας του και αφέθηκε στο έδαφος να σφαδάζει. Η οικογένεια του θέλοντας να τον προστατέψουν, τον μετέφεραν στο σπίτι του γιατρού Μαυρουδίου. Έμεινε εκεί για μερικές ώρες αλλά ύστερα ο γιατρός ζήτησε να τον πάρουν. Τον πήγαν στο σπίτι του Στάβρο Μουχατζίρι, και στη συνέχεια στο σπίτι του Σουάιμπ Μέτια, όπου είχαν συγκεντρωθεί και άλλες οικογένειες. Το πληροφορήθηκαν οι Έλληνες παρακρατικοί και πήγαν στο σπίτι και τον σκότωσαν, αφού πρώτα του έβγαλαν τα χρυσά του δόντια με πένσες.
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ Μάλο Μούχο, ένας ογδοντάχρονος που για τέσσερα χρόνια είχε μείνει παράλυτος, δολοφονήθηκε. Τον έσφαξαν με ένα μικρό σπαθί μπροστά στη σύζυγο του. Του άνοιξαν το κεφάλι και τα μυαλά του πετάχτηκαν πάνω στη σύζυγο του. Στη συνέχεια διέφυγαν ανενόχλητοι. Ο Αμπντούλ Νούρτσε απήχθη στο Τρικόρυφο (Spatar) και οδηγήθηκε στους Φιλιάτες με τα πόδια και χωρίς παπούτσια, όπου τον έσειραν στους δρόμους της πόλης, και τελικά τον σκότωσαν μπροστά στο σπίτι του Νιδ Ταφότσι. 16 μέλη της οικογένειας του Λίλε Ρουστέμι από τον Άγιο Βλάσιο/Σούβλιασι (Sullashi), κυρίως παιδιά, κατακρεουργήθηκαν χωρίς να επιζήσει κανένας. Ο Τζελάλ Μινίτι από την Παραμυθιά αποκεφαλίστηκε πάνω στο πτώμα του μουφτή Χασάν Αμπντουλλάχου. Ο Σαλί Μουχεντίνι, ο Αμπεντίν Μπάκος, ο Μουχάμμεντ Πρόνιο και ο Μάλο Σεϊντίου βασανίστηκαν, τους έκοψαν τα δάχτυλα, τη μήτη, τη γλώσσα και τα δάχτυλα των ποδιών, και ενόσο αυτοί σφάδαζαν από τους πόνους, οι αντάρτες του Ζέρβα χόρευαν και εξυμνούσαν τον αρχηγό τους. Στο τέλος τους σκότωσαν χτυπόντας τους με μαχαίρια και κοφτερά αντικείμενα.
Ακολουθεί η περιγραφή του Εσρέφ Χιλμί, κατοίκου της Παραμυθιάς, ο οποίος περιέγραψε τη σφαγή που έγινε στην περιοχή:
ΑπάντησηΔιαγραφή«Την Τρίτη, 27 Ιουνίου 1944, στις 7 το πρωί, οι Έλληνες αντάρτες (του Ζέρβα), υπό τον συνταγματάρχη Κρανιά, τους Χρήστο Σταυρόπουλο, Λευτέρη Στρουγκάρη, και Νικόλαο Τσένο, μπήκαν στην πόλη και η διαταγή δόθηκε: κανένας δεν έπρεπε να ζήσει… Το ίδιο απόγευμα, συνέλλαβαν τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά, λες και ήταν κλέφτες. Το επόμενο πρωί όλοι οι άντρες δολοφονήθηκαν. Αφού με κράτησαν φυλακισμένο για τέσσερις ημέρες, με άφησαν να φύγω για να πάω να θάψω τους νεκρούς. Στην περιοχή ‘η εκκλησία του Άη Γιώργη’, αναγνώρισα 5 πτώματα. Οι υπόλοιποι ήταν αδύνατον να αναγνωριστούν, εξαιτίας των βασανιστηρίων που είχαν υποστεί. Τα 5 θύματα που αναγνώρισα ήταν: ο Μετ Τσέρε, ο Σαμί Ασίμι, ο Μαχμούτ Κούπι, ο Άντεμ Μπεκίρι και ο Χακί Μίλε. Δύο ημέρες αργότερα, με έστειλαν στα Βώλια, κοντά στο σπίτι του Δημήτρη Νικολάου, όπου είχαν σκοτώσει 8 ανθρώπους. Δεν μπόρεσα να τους αναγνωρίσω επειδή τους είχαν κόψει κομματάκια. Παντού τριγύρω υπήρχαν πτώματα.
Μία γυναίκα με το ονοματεπόνυμο Σανιγιέ Μπολλάτι υπέσθη φοβερά βασανιστήρια και την έκαψαν ζωντανή με οινόπνευμα. Αυτή η τραγωδία έγινε την Τετάρτη, ενώ την Παρασκευή το πρωί μεταφέρθηκε από τη μητέρα της και δύο συγχωριανούς κατά διαταγή των παρακρατικών και αφού την κάλυψαν με μία κουβέρτα, την έκρυψαν σε μία αποθήκη ώστε να μην τη δει κανείς. Η καημένη γυναίκα πέθανε 5 ημέρες αργότερα. Το πτώμα της είχε γεμίσει σκουλήκια. Όλα αυτά που αναφέρω εδώ, τα έχω δει με τα μάτια μου.
Στην αρχή, κρύφτηκα για 5 μέρες σε μία σοφίτα, αλλά με έπιασαν οι μοναρχο-φασίστες και με οδήγησαν μπροστά στον Κρανιά ο οποίος αφού με ρώτησε διάφορα, διέταξε να με φυλακίσουν. Στη φυλακή βρήκα άλλα 380 άτομα, ανάμεσα τους γυναίκες και παιδιά. 120 από αυτούς πέθαναν από την πείνα. Τέσσερα άτομα μαζί με ‘μένα ήμασταν στη φυλακή για 15 ημέρες, μετά απ’ τις οποίες μας μετέφεραν στην Πρέβεζα (Prevezë) και από εκεί στα Γιάννενα (Janinë), όπου μείναμε για 40 ημέρες. Εκεί μας υπέβαλαν απερίγραπτα βασανιστήρια. Απελευθερωθήκαμε ύστερα από την άφιξη στην πόλη των δυνάμεων του ΕΑΜ.»
Ο Ντερβίς Σούλο από το χωριό Τρικόρυφο (Spatar) στην περιοχή των Φιλιατών (Filati), περιγράφει τη σφαγή στο Τρικόρυφο ως εξής:
«Το πρωί του Σαββάτου τον Σεπτέμβριο του 1944, συγκέντρωσαν τους κατοίκους μπροστά από το τζαμί του χωριού. Οι στρατιώτες άρχισαν να βιάζουν τις γυναίκες και τα κορίτσια, ακόμα και μεγάλες γυναίκες. Η Πέτσε Τσουλάνι, 50 χρόνων, βιάστηκε, της έκοψαν τα μαλλιά και τα αυτιά της, και στο τέλος τη σκότωσαν στο περιβόλι της, στην περιοχή Μούτσο. Είχαν φέρει στο σπίτι μας την οικογένεια του Σάκο Μπανούσι από την Σκορπιόνα (Skropjona), που αριθμούσαν 8 γυναίκες, άντρες και παιδιά. Αφού βίασαν τις γυναίκες και τις έκοψαν τους μαστούς με μαχαίρια, τους σκότωσαν όλους….
Στο σπίτι του Νταμίν Μουχαμέτι, δολοφονήθηκαν 5 γυναίκες και 3 παιδιά… Στο σπίτι του Φετίν Μουχαμέτι, βίασαν και βασάνισαν τη Χάνε Ισούφι και μία άλλη γυναίκα… Στο σπίτι του Ντούλε Σερίφι, έκοψαν τα κεφάλια του ογδοντάχρονου Σουλεϊμάν Διμίτσα και της συζύγου του. Στο σπίτι του Μέτο Μπράχο, 20 άτομα, άντρες, γυναίκες και παιδιά, κάηκαν ζωντανοί… Η Κίγιε Νούρτσια, 70 ετών, μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου… Στο αμπέλι του Ζούλε και στον κήπο του Αμπντούλ Νούρτσε, είδα 20 σφαγμένους ανθρώπους. Στο σπίτι του Χατζή Λατίφι, βίασαν την κόρη του Χατζή Γκουλάνι, ενώ στο σπίτι του Μέιντι Μέτο βίασαν την Χάβα Αϊσια και την Νάνο Αράπι την οποία στη συνέχεια σκότωσαν.»
Η Ελευθερία Μαντά σημειώνει: «Ο αλβανικός πληθυσμός …που δεν είχε περάσει τα σύνορα καταδιώχθηκε απηνώς, τα θύματα υπήρξαν δεκάδες, τα αλβανικά σπίτια λεηκατήθηκαν και παραδόθηκαν στις φλογες και τζαμιά καταστράφηκαν. Για πέντε περίπου ημέρες επικράτησε το χάος και η καταστροφή. Δεκάδες γυναίκες και παιδιά κλείστηκαν στο σχολείο και μόνο χάρη στην παρέμβαση των αξιωματικών της Συμμαχικής Αποστολής και των Ελλήνων κατοίκων που δεν συμφωνούσαν με την τακτική των μονάδων του ΕΔΕΣ διασώθηκαν…» («Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000)», εκδ. ‘Ίδρ.Μελ. Χερσονήσου του Αίμου’ - 2004)
ΑπάντησηΔιαγραφή«Μοναδική θα μείνει, ωστόσο, η αναφορά του βρετανού ταγματάρχη Ουάλας (15.8.1944) για όσα ακολούθησαν την είσοδο του ΕΔΕΣ στα χωριά των Τσάμηδων, το Σεπτέμβριο του 1944. Αν μη τι άλλο, στο πλιάτσικο φέρεται να πρωταγωνιστεί, αν και με αμφιλεγόμενες επιδόσεις, ο ίδιος ο τοπικός εκπρόσωπος του Υψίστου: «Οι αντάρτες επιδόθηκαν σ’ ένα όργιο αντεκδικήσεων, λεηλασιών κι εσκεμμένης καταστροφής των πάντων. Η όμορφη κωμόπολη Μαργαρίτι κάηκε ολοκληρωτικά. Ο μητροπολίτης Παραμυθιάς συμμετείχε στο ψάξιμο των σπιτιών για λάφυρα, βγαίνοντας από ένα σπίτι, ωστόσο, ανακάλυψε ότι το ήδη βαρυφορτωμένο μουλάρι του το είχαν ξαλαφρώσει κάτι αντάρτες«…»», (‘Ιός’-‘Ελευθεροτυπία’, 27/4/2003)
κ.α.
Ακολουθώντας την ιταλική εισβολή στην Αλβανία, το Βασίλειο της Αλβανίας έγινε προτεκτοράτο της Ιταλίας. Οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν την αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, ως δικαιολογία για να ξεκινήσουν τον πόλεμο. Η τελική αφορμή ήταν η δήθεν δολοφονία από Έλληνες παρακρατικούς ενός επιφανούς Αλβανού Τσάμη. Παρόλο που η φασιστική Ιταλία ηττήθηκε στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, μία ραγδαία γερμανική εκστρατεία ακολούθησε τον Απρίλιο του 1941, και στα μέσα του Μαΐου, κάτω από την παράλληλη κατοχή των τριών δυνάμεων του Άξονα: της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Την ίδια στιγμή η Ιταλία εισήγαγε μία τοπική διοίκηση, τη λεγόμενη Këshilla, στην Θεσπρωτία, η οποία υποστηρίχθηκε από πολλούς εκατοντάδες Τσάμηδες Αλβανούς. Μερικές εκατοντάδες όπως είπαμε συμμετείχαν στον Τάγμα Αλή Ντέμι και άλλοι στο Τάγμα Τσαμουριάς.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜία από τις μεγαλύτερες αντιστασιακές οργανώσεις στην Ελλάδα, ήταν το καθοδηγούμενο κυρίως από Κομμουνιστές, ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), με τον ένοπλο κλάδο του, τον ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), και που ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941. Μέχρι την ίδρυση του ελασίτικου τάγματος Αλή Ντέμι, οι Τσάμηδες Αλβανοί που πολεμούσαν εναντίον των Γερμανών, είχαν οργανωθεί σε μικρές ανοργάνωτες ομάδες, υπό την ηγεσία κυρίως του Εθνικού Αντιφασιστικού Απελευθερωτικού Στρατού της Αλβανίας (Lufta Antifashiste Nacionalçlirimtare / LANÇ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1942, ως ο ένοπλος κλάδος του Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος (Lëvizja Nacional Çlirimtare / LNÇ), καθοδηγούμενου από τους Κομμουνιστές της Αλβανίας. Αργότερα αυτοί οι Τσάμηδες δημιούργησαν και το τάγμα “Çamëria”, υπό το LANÇ.
Στα τέλη του 1943, μία ομάδα Τσάμηδων Αλβανών, υπό την αρχηγία του Ali Demi, επιτέθηκε σε μία γερμανική φρουρά, στην Αυλώνα (Vlorë) της Αλβανίας, σκοτώνοντας 39 Γερμανούς στρατιώτες και χάνοντας 12 μέλη της ομάδας τους, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ali Demi. Τότε ήταν που ο ΕΛΑΣ ζήτησε από τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένα τάγμα και να συμπολεμίσουν στις γραμμές του. Έτσι λοιπόν, ο ΕΛΑΣ και το LANÇ, έπεισαν τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένοπλα σώματα υπό τον ΕΛΑΣ.
Τον Μάιο του 1944 λοιπόν, μία ομάδα Τσάμηδων, δημιούργησαν το Τάγμα Αλή Ντέμι, στο χωριό Μηλιά (στα αλβανικά: Kastanjë) της Θεσπρωτίας, το οποίο τάγμα συμπεριλήφθη, όπως ήδη είπαμε, στο 15ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Τη στιγμή της δημιουργίας του εμπεριείχε περίπου 1000 μέλη, η πλειονότητα των οποίων ήταν Τσάμηδες, ενώ οι υπόλοιποι ήταν Τσάμηδες Ορθόδοξοι και Έλληνες της περιοχής. Το Τάγμα δεν είχε ιδιαίτερη συμμετοχή στις συγκρούσεις. Παρόλα αυτά, περισσότεροι από 60 Τσάμηδες σκοτώθηκαν σε μία μάχη με τους Γερμανούς στην Ηγουμενίτσα. Άλλοι Τσάμηδες ανείκαν στην 5η, στην 7η, στην 9η, και στην 11η ταξιαρχία του ΕΛΑΣ και συμμετείχαν σε διάφορες μάχες, πολλές από τις οποίες εναντίον των δυνάμεων του Ζέρβα και άλλες εναντίον των Γερμανών.
Ακολουθώντας την ιταλική εισβολή στην Αλβανία, το Βασίλειο της Αλβανίας έγινε προτεκτοράτο της Ιταλίας. Οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν την αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, ως δικαιολογία για να ξεκινήσουν τον πόλεμο. Η τελική αφορμή ήταν η δήθεν δολοφονία από Έλληνες παρακρατικούς ενός επιφανούς Αλβανού Τσάμη. Παρόλο που η φασιστική Ιταλία ηττήθηκε στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, μία ραγδαία γερμανική εκστρατεία ακολούθησε τον Απρίλιο του 1941, και στα μέσα του Μαΐου, κάτω από την παράλληλη κατοχή των τριών δυνάμεων του Άξονα: της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Την ίδια στιγμή η Ιταλία εισήγαγε μία τοπική διοίκηση, τη λεγόμενη Këshilla, στην Θεσπρωτία, η οποία υποστηρίχθηκε από πολλούς εκατοντάδες Τσάμηδες Αλβανούς. Μερικές εκατοντάδες όπως είπαμε συμμετείχαν στον Τάγμα Αλή Ντέμι και άλλοι στο Τάγμα Τσαμουριάς.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜία από τις μεγαλύτερες αντιστασιακές οργανώσεις στην Ελλάδα, ήταν το καθοδηγούμενο κυρίως από Κομμουνιστές, ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), με τον ένοπλο κλάδο του, τον ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), και που ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941. Μέχρι την ίδρυση του ελασίτικου τάγματος Αλή Ντέμι, οι Τσάμηδες Αλβανοί που πολεμούσαν εναντίον των Γερμανών, είχαν οργανωθεί σε μικρές ανοργάνωτες ομάδες, υπό την ηγεσία κυρίως του Εθνικού Αντιφασιστικού Απελευθερωτικού Στρατού της Αλβανίας (Lufta Antifashiste Nacionalçlirimtare / LANÇ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1942, ως ο ένοπλος κλάδος του Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος (Lëvizja Nacional Çlirimtare / LNÇ), καθοδηγούμενου από τους Κομμουνιστές της Αλβανίας. Αργότερα αυτοί οι Τσάμηδες δημιούργησαν και το τάγμα “Çamëria”, υπό το LANÇ.
Στα τέλη του 1943, μία ομάδα Τσάμηδων Αλβανών, υπό την αρχηγία του Ali Demi, επιτέθηκε σε μία γερμανική φρουρά, στην Αυλώνα (Vlorë) της Αλβανίας, σκοτώνοντας 39 Γερμανούς στρατιώτες και χάνοντας 12 μέλη της ομάδας τους, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ali Demi. Τότε ήταν που ο ΕΛΑΣ ζήτησε από τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένα τάγμα και να συμπολεμίσουν στις γραμμές του. Έτσι λοιπόν, ο ΕΛΑΣ και το LANÇ, έπεισαν τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένοπλα σώματα υπό τον ΕΛΑΣ.
Τον Μάιο του 1944 λοιπόν, μία ομάδα Τσάμηδων, δημιούργησαν το Τάγμα Αλή Ντέμι, στο χωριό Μηλιά (στα αλβανικά: Kastanjë) της Θεσπρωτίας, το οποίο τάγμα συμπεριλήφθη, όπως ήδη είπαμε, στο 15ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Τη στιγμή της δημιουργίας του εμπεριείχε περίπου 1000 μέλη, η πλειονότητα των οποίων ήταν Τσάμηδες, ενώ οι υπόλοιποι ήταν Τσάμηδες Ορθόδοξοι και Έλληνες της περιοχής. Το Τάγμα δεν είχε ιδιαίτερη συμμετοχή στις συγκρούσεις. Παρόλα αυτά, περισσότεροι από 60 Τσάμηδες σκοτώθηκαν σε μία μάχη με τους Γερμανούς στην Ηγουμενίτσα. Άλλοι Τσάμηδες ανείκαν στην 5η, στην 7η, στην 9η, και στην 11η ταξιαρχία του ΕΛΑΣ και συμμετείχαν σε διάφορες μάχες, πολλές από τις οποίες εναντίον των δυνάμεων του Ζέρβα και άλλες εναντίον των Γερμανών.
Ακολουθώντας την ιταλική εισβολή στην Αλβανία, το Βασίλειο της Αλβανίας έγινε προτεκτοράτο της Ιταλίας. Οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν την αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, ως δικαιολογία για να ξεκινήσουν τον πόλεμο. Η τελική αφορμή ήταν η δήθεν δολοφονία από Έλληνες παρακρατικούς ενός επιφανούς Αλβανού Τσάμη. Παρόλο που η φασιστική Ιταλία ηττήθηκε στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, μία ραγδαία γερμανική εκστρατεία ακολούθησε τον Απρίλιο του 1941, και στα μέσα του Μαΐου, κάτω από την παράλληλη κατοχή των τριών δυνάμεων του Άξονα: της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Την ίδια στιγμή η Ιταλία εισήγαγε μία τοπική διοίκηση, τη λεγόμενη Këshilla, στην Θεσπρωτία, η οποία υποστηρίχθηκε από πολλούς εκατοντάδες Τσάμηδες Αλβανούς. Μερικές εκατοντάδες όπως είπαμε συμμετείχαν στον Τάγμα Αλή Ντέμι και άλλοι στο Τάγμα Τσαμουριάς.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜία από τις μεγαλύτερες αντιστασιακές οργανώσεις στην Ελλάδα, ήταν το καθοδηγούμενο κυρίως από Κομμουνιστές, ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), με τον ένοπλο κλάδο του, τον ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), και που ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941. Μέχρι την ίδρυση του ελασίτικου τάγματος Αλή Ντέμι, οι Τσάμηδες Αλβανοί που πολεμούσαν εναντίον των Γερμανών, είχαν οργανωθεί σε μικρές ανοργάνωτες ομάδες, υπό την ηγεσία κυρίως του Εθνικού Αντιφασιστικού Απελευθερωτικού Στρατού της Αλβανίας (Lufta Antifashiste Nacionalçlirimtare / LANÇ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1942, ως ο ένοπλος κλάδος του Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος (Lëvizja Nacional Çlirimtare / LNÇ), καθοδηγούμενου από τους Κομμουνιστές της Αλβανίας. Αργότερα αυτοί οι Τσάμηδες δημιούργησαν και το τάγμα “Çamëria”, υπό το LANÇ.
Στα τέλη του 1943, μία ομάδα Τσάμηδων Αλβανών, υπό την αρχηγία του Ali Demi, επιτέθηκε σε μία γερμανική φρουρά, στην Αυλώνα (Vlorë) της Αλβανίας, σκοτώνοντας 39 Γερμανούς στρατιώτες και χάνοντας 12 μέλη της ομάδας τους, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ali Demi. Τότε ήταν που ο ΕΛΑΣ ζήτησε από τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένα τάγμα και να συμπολεμίσουν στις γραμμές του. Έτσι λοιπόν, ο ΕΛΑΣ και το LANÇ, έπεισαν τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένοπλα σώματα υπό τον ΕΛΑΣ.
Τον Μάιο του 1944 λοιπόν, μία ομάδα Τσάμηδων, δημιούργησαν το Τάγμα Αλή Ντέμι, στο χωριό Μηλιά (στα αλβανικά: Kastanjë) της Θεσπρωτίας, το οποίο τάγμα συμπεριλήφθη, όπως ήδη είπαμε, στο 15ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Τη στιγμή της δημιουργίας του εμπεριείχε περίπου 1000 μέλη, η πλειονότητα των οποίων ήταν Τσάμηδες, ενώ οι υπόλοιποι ήταν Τσάμηδες Ορθόδοξοι και Έλληνες της περιοχής. Το Τάγμα δεν είχε ιδιαίτερη συμμετοχή στις συγκρούσεις. Παρόλα αυτά, περισσότεροι από 60 Τσάμηδες σκοτώθηκαν σε μία μάχη με τους Γερμανούς στην Ηγουμενίτσα. Άλλοι Τσάμηδες ανείκαν στην 5η, στην 7η, στην 9η, και στην 11η ταξιαρχία του ΕΛΑΣ και συμμετείχαν σε διάφορες μάχες, πολλές από τις οποίες εναντίον των δυνάμεων του Ζέρβα και άλλες εναντίον των Γερμανών.
Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τις 7 Απριλίου 1939, όταν έπειτα από βομβαρδισμό, 40.000 Ιταλοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Αυλώνα και σχεδόν περπατώντας κατέλαβαν το μικρό βασίλειο. Ήδη από το 1926 η Ιταλία προέβαλλε ως περίπου επικυρίαρχος της Αλβανίας. Μέχρι την εισβολή του ’39 το 92,1% των αλβανικών εξαγωγών και το 82,5% των εισαγωγών διεξαγόταν με την Ιταλία.
ΔιαγραφήΗ επίλεκτη αλβανική προεδρική φρουρά, που εξοπλίστηκε και οργανώθηκε από Ιταλούς αξιωματικούς, παρέλασε με τις φουστανέλες της στο Κολοσσαίο υπό τις ιαχές του πλήθους. Οι Ιταλοί οργάνωσαν και ενέταξαν στις μεραρχίες τους δέκα αλβανικά τάγματα, μια «πλωτή» ταξιαρχία και άγνωστο αριθμό χωροφυλάκων. Πολλοί Τσάμηδες πέρασαν λαθραία τα σύνορα, ώστε να συμμετέχουν σε ένοπλα στρατιωτικά σώματα, τα οποία θα πολεμούσαν στο πλευρό των Ιταλών. Ο αριθμός τους υπολογίζεται σε περίπου 2-3.000. Μαζί με αυτούς, τους επόμενους μήνες οι Ιταλοί άρχισαν να οργανώνουν πολλούς εθελοντές, ώστε να συμμετέχουν στην “απελευθέρωση της Τσαμουριάς” – όπως έλεγαν – δημιουργώντας έναν στρατό ισοδύναμο με μία ολόκληρη μονάδα 10 ταγμάτων: 4 παραστρατιωτικά βοηθητικά τάγματα (τα Tirana, Korçë, Vlorë και Shkodër), 2 τάγματα πεζικού (τα Gramos and Dajti), 2 τάγματα εθελοντών (τα Tomori και Barabosi), μία πυροβολαρχία (την Drin) κ.α. Συνολικά 338 Αλβανοί αξιωματικοί και 4.220 υπαξιωματικοί και οπλίτες προετοιμάστηκαν για να βρεθούν απέναντι στον ελληνικό στρατό.
Όλα αυτά τα τάγματα, τελικά πήραν μέρος στην εισβολή στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940, υπό την 25η Ιταλική Στρατιωτική Μεραρχία, η οποία, μετά την ενσωμάτωση των Αλβανών, μετονομάστηκε σε ‘Στρατιωτική Μεραρχία Τσαμουριάς’ υπό τον στρατηγό C. Rossi.
Στην Ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος, δύο αλβανικά τάγματα – τα Tomori και Barabosi – που σχεδόν με τη βία εστάλησαν στα σύνορα, αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Σύμφωνα με την αλβανική ιστοριογραφία μεταφέρθηκαν από τους Ιταλούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αλβανία (ενώ σύμφωνα με την ελληνική ιστοριογραφία μεταφέρθηκαν στην περιοχή της Κορυτσάς). Ο αρχηγός αυτών των δύο ταγμάτων, ο Σπίρο Μοϊσίου, επρόκειτο να γίνει ο στρατηγός του Αλβανικού Αντιφασιστικού Στρατού, και τελικά επικεφαλής του αλβανικού στρατού μετά τον πόλεμο.
ΔιαγραφήΟ Άλφρεντ Μοϊσίου λοιπόν, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας στη χώρα των Αετών (Αλβανία), είναι γιος ενός ήρωα του B’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πατέρας του, ο Σπίρο Μοϊσίου, στρατιωτικός του βασιλιά Ζώγου αρνήθηκε το 1940 να υπακούσει τους Ιταλούς και να επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας. «Δεν έχω τίποτα εναντίον της Ελλάδας», δήλωσε. Με τους (Αλβανούς) στρατιώτες του – κατ’ άλλους μία διμοιρία, κατ’ άλλους ένα τάγμα – «λιποτάκτησε» και βρήκε καταφύγιο στα βουνά. Ήταν η αρχή του (πιθανότατα) πρώτου αντιφασιστικού αντάρτικου του B’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Αυτά έχουν καταγραφεί στα επίσημα Ιταλικά Αρχεία. Σύμφωνα μάλιστα με τον πρώτο τη τάξει στην ιταλική στρατιωτική ιεραρχία στρατάρχη Badoglio: «Οι Αλβανοί στρατιώτες που υπό τη μορφή ταγμάτων συμμετείχαν στις δικές μας μεραρχίες ή αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι, καθώς επιδόθηκαν σε πράξεις δολιοφθοράς εναντίον μας ή πέρασαν στις γραμμές των Ελλήνων. Τότε αναγκαστήκαμε να αποσύρουμε τις αλβανικές δυνάμεις και εν μέρει να τις αφοπλίσουμε.»
Δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο λοιπόν.
Ο Εθνικός Αντιφασιστικός Απελευθερωτικός Στρατός της Αλβανίας δημιούργησε το Τάγμα Τσαμουριά (Batalioni Çamëria), στις 15 Ιουνίου 1943, στην Κονίσπολη (Konispol). Η απόφαση υιοθετήθηκε στις 30 Ιουνίου του 1943, όταν ενώθηκαν τρεις αντιστασιακές ομάδες. Αυτές ήταν η ομάδα του Hasan Tahsini που είχε ως βάση την Κονίσπολη (Konispol), αυτή του Stathi Melani που είχε ως βάση τους Φιλιάτες (Filati) και αυτή του Alush Taka που είχε ως βάση την Παραμυθία (Paramithi). Κάθε ομάδα είχε περίπου 170-180 μέλη, από τα οποία μόνο οι 75 δεν ήταν Τσάμηδες, και από τους οποίους οι 35 ήταν από το Δέλβινο (Delvinë) και οι 40 ήταν από την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας. Περίπου 500 Τσάμηδες στρατολογήθηκαν στο τάγμα αυτό (αρχικά), οι περισσότεροι από τους οποίους (πάνω από το μισό) ήταν από το ελληνικό τμήμα της Τσαμουριάς, ενώ οι υπόλοιποι από την Κονίσπολη (Konispol) και το Μαρκάτι (Markat).
ΑπάντησηΔιαγραφήΑυτό το τάγμα ήταν η πρώτη μεγάλη αντάρτικη ομάδα στην περιφέρεια του Αργυροκάστρου (Gjirokastër) – στην οποία τότε ανήκαν οι νομοί Αργυροκάστρου (Gjirokastër), των Αγίων Σαράντα (Sarandë) και του Δελβίνου (Delvinë) – και διοικούνταν από τον Haki Rushit Shehu από την Κονίσπολη, και από τους Taho Mehmet Sejko απ’ τους Φιλιάτες, Ελευθέριο Μήτσο Τάλο από το Χαϊντάραγα (Lefter Talo), Ali Demi από τους Φιλιάτες (Filati) και από τον Qazim Kondi από το Πολυνέρι (Kuç) ως πολιτικό επίτροπο (κομισσάριο).
Τον Σεπτέμβριο το Τάγμα Τσαμουριά πολέμησε επί 55 ημέρες εναντίον των Γερμανών, στη λεγόμενη μάχη της Κονίσπολης. Στη μάχη αυτή συνεργάστηκαν πολλοί Τσάμηδες, αλλά και Αλβανοί από το Δέλβινο και Έλληνες από την μειονότητα της Αλβανίας. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 350 Γερμανοί στρατιώτες και πολλοί άλλοι τραυματίστηκαν. Αργότερα, πολέμησε στο Vurg (Βούρκος) εναντίον των συμμοριών του Θύμιου Λώλη και του Κάβο Κόκκαλη, στην περιοχή Ura e Kranës.
Μπορούμε να πούμε ότι περισσότεροι από 1.500 Τσάμηδες, και από τις 2 πλευρές των συνόρων, ήταν μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, 300 από τους οποίους σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις των Ναζί και του ΕΔΕΣ. Μετά την εθνοκάθαρση που υπέστεισαν οι Τσάμηδες, δημιούργησαν στην Αλβανία την Εθνική Αντιφασιστική Τσάμικη Επιτροπή, η οποία διαλύθηκε το 1947, όταν έχασαν το καθεστώς του πρόσφυγα.