Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Ο ΝΕΑΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ ΜΙΑ ΔΙΗΓΗΣΗ ΚΟΡΙΤΣΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ ΠΩΣ ΓΙΟΡΤΑΖΑΜΕ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Ήταν μια μέρα ξεχωριστή. Την περιμέναμε με λαχτάρα κάθε χρόνο. Είχαμε βρει τον κατάλληλο τρόπο να την γιορτάζουμε. Ήμασταν τρεις. Η ξαδέρφη μου η Κατίνα, η φίλη της Μαίρη κι εγώ. Εκείνες ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερες μου. Κι όμως με ήθελαν για παρέα τους. Είχαμε «δέσει» και οι τρεις μαζί. Όλο το χρόνο με είχαν υπό την προστασία τους, στο σχολείο. Και την Πρωτομαγιά… ε τότε είχαμε την τιμητική μας. Την περιμέναμε πως και πως αυτή την ημέρα. Δεν ξέρω γιατί δεν πηγαίναμε στα κοντινά χωράφια να «πιάσουμε» το Μάη.  Θέλαμε εκεί, στο ίδιο μέρος πάντα. Στο σπίτι της Μαίρης, που υπήρχε ένας θαυμάσιος και μεγάλος κήπος γεμάτος με δέντρα και παρτέρια με λουλούδια. Εκείνο όμως που μας άρεσε πιο πολύ ήταν η κούνια που στήναμε στο πιο μεγάλο δέντρο και «κουνιόμασταν» ώρες ατέλειωτες. Κι απολαμβάναμε τη διασκέδασή μας αυτή ιδιωτικά, γιατί ο συρματένιος φράχτης, σκεπασμένος από πυκνή πρασινάδα, μας προστάτευε απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα. Ήταν το καλύτερο σπίτι της γειτονιάς μας. Αξιοζήλευτο για την εποχή εκείνη. Από πολλές μέρες πριν, μαζευόμασταν και κάναμε σχέδια. Κάθε χρόνο και κάπως διαφορετικά φτιάχναμε το πρόγραμμα.....
Από την προηγούμενη μέρα ετοιμάζαμε τα «φαγητά μας», τα βάζαμε σ’ ένα καλάθι κι όλο το βράδυ δεν κλείναμε μάτι ανυπομονώντας πότε θα ξημερώσει. Λαχταρούσαμε να ζήσουμε άλλη μια «Πρωτομαγιά» ολότελα δική μας με τη συναίνεση των γονιών μας. Ήταν η μοναδική μέρα του χρόνου που είχαμε απόλυτη ελευθερία κινήσεων μέσα στον... παράδεισό μας. Κανείς δεν τολμούσε να μας ενοχλήσει αφού οι γονείς μας, μας προστάτευαν από ανεπιθύμητες εισβολές.
       Κι εμείς, τρία αγαπημένα κορίτσια, με κοινά όνειρα και προσδοκίες για το μέλλον μας, εκπληρώναμε τις επιθυμίες μας και καλλιεργούσαμε μια παντοτινή φιλία. Κάθε μια μας είχε αναλάβει να «παίζει» κι έναν διαφορετικό ρόλο συγχρόνως με τις υποχρεώσεις του. Η Μαίρη φρόντιζε να υπάρχουν όλα τα απαραίτητα μέσα στον κουκλίστικο κήπο της, παίζοντας το ρόλο της προστατευτικής «Μαμάς». Η Κατίνα, φρόντιζε για την οργάνωση και το τελετουργικό της «γιορτής», σαν καλός «Μπαμπάς». Κι εγώ, σαν πιο μικρή, έπαιζα το ρόλο του χαϊδεμένου «παιδιού» που είχε μόνο απαιτήσεις (από τότε πίστευα πως η «ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ)! Για μια μέρα έστω, μ’ έκαναν να νιώθω σαν «βασιλοπούλα» κι αυτό το απολάμβανα μ’ όλες μου τις αισθήσεις. Η τόσο «γλυκιά Πρωτομαγιά», με αποζημίωνε για όλες τις πίκρες της χρονιάς. Ήταν το καλύτερο δώρο που μου έδινε η ζωή εκείνα τα δύσκολα παιδικά μου χρόνια.
         Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ήταν, είναι και θα είναι, μια απ’ τις καλύτερες κι αξέχαστες αναμνήσεις μου. Είναι οι γλυκές στιγμές που αναπολώ στις αϋπνίες μου, όταν οι δυσκολίες της ζωής, δεν μ’ αφήνουν να κλείσω μάτι. Όταν ξαναζώ νοερά εκείνες τις ευχάριστες παιδικές στιγμές, ο ύπνος έρχεται χαμογελαστός και μ’ αγκαλιάζει... Δεν χρειαζόμασταν ποτέ ξυπνητήρι για κείνα τα μαγευτικά κι αξέχαστα πρωινά μας. Με το που έσκαγε η πρώτη ακτίνα του ήλιου, ήμασταν στο πόδι με τα καλάθια μας στα χέρια. Η Κατίνα, που έμενε στο πιο «πάνω» σπίτι, ανέβαινε στο ύψωμα και με όση πιο πολύ δύναμη είχε, έβγαζε μια δυνατή φωνή: Μ Α Ι Ρ Η Η Η Η!! Ο αέρας έπαιρνε τη φωνή της κι ο αντίλαλός της περνούσε πρώτα από μένα που έμενα στο ενδιάμεσο και την κατηφόριζε μέχρι κάτω, που ήταν το σπίτι της Μαίρης. Παίρναμε το μήνυμα συγχρόνως και σ’ ένα λεπτό ερχόταν η Κατίνα τρέχοντας κι ενθουσιασμένη.
        Με καλημέριζε και τρέχοντας πάλι φτάναμε στον παράδεισό μας, όπου μας περίμενε η Μαίρη χαρούμενη. Όλη η γειτονιά είχε συνηθίσει «το ξυπνητήρι»  μας, που «χτυπούσε» κάθε πρωί για το σχολείο. Ευτυχώς που εμείς είχαμε το ίδιο όνομα κι η Κατίνα, γλίτωνε το... καρμπόν. Αλλά το ξύπνημα Πρωτομαγιάς, ήταν το κάτι άλλο. Βγαίναμε κι οι τρεις «γειτονοπούλες» με τα καλάθια μας, κάναμε μερικές βόλτες στα πέριξ – η νοερή διαδρομή μας μέχρι τους αγρούς - κι αφού βρίσκαμε το κατάλληλο μέρος – υποτίθεται -  στρώναμε ένα μεγάλο λουλουδάτο τραπεζομάντιλο κι αρχίζαμε την… παράσταση. Γιατί για παράσταση επρόκειτο. Για μια παιδική καλοστημένη θεατρική παράσταση, που τότε βέβαια δεν είχαμε συνειδητοποιήσει το νόημά της. Ευτυχώς που οι γονείς μας δεν μας έφερναν αντιρρήσεις και μας άφηναν να ζούμε «στο κόσμο μας» για μια μέρα. Αφού δεν έβλεπαν να κάνουμε τίποτα κακό, μας το επέτρεπαν.
         Δεν φαντάζονταν πόση ανάγκη το είχαμε να ξεφεύγουμε απ’ την πραγματικότητα έστω και για τόσο λίγο. Μας έκαναν μια πολύ μεγάλη χάρη αλλά ούτε που το υποψιάστηκαν ποτέ. Αρκεί που περνούσαμε καλά και δεν τους ενοχλούσαμε καθόλου.  Ήταν σα να είχαμε κάνει μια μυστική συμφωνία μεταξύ μας. Οι απόψεις μας - συμπτωματικά - συμφωνούσαν σε όλα. Κι έτσι αφηνόμασταν στο παιχνίδι και στις ονειροπολήσεις μας.  Ζούσαμε μια μέρα εκτός πραγματικότητας. Τότε τα παιδιά δεν πονήρευαν με τίποτα. Δεν υπήρχαν οι πειρασμοί. Οι καρδιές μας ήταν αγνές και τα βλέπαμε όλα ωραία. Παίζαμε την «οικογένεια». Η μαμά, ο μπαμπάς κι εγώ φυσικά, το παιδί. Ήμουν τόσο μικροσκοπική που ο ρόλος λες κι ήταν «γραμμένος» για μένα. Αναπαριστάναμε όλες τις οικογενειακές καταστάσεις, που συνέβαιναν όλη τη χρονιά. Θέματα ανατροφής, προστασίας, μελέτης, όλα σε ημερήσια διάταξη. Κι όλα γύρω από μένα. Πόσο μ’ άρεσε!
        Αισθανόμουν τόσο σπουδαία. Μπορούσα να «κάνω» πως είμαι ένα άλλο παιδί, άτακτο, ανυπάκουο, δύστροπο κι οι τιμωρίες να είναι ψεύτικες. Εγώ που όλο το χρόνο ήμουν τύπος και υπογραμμός. Μπορούσα να φωνάζω, να πονάω, να χαζεύω, να κλαίω ψεύτικα στον «γιατρό» και να μη με μαλώνει κανείς. Απόλαυση. Γέμιζα απερίγραπτη γαλήνη για μια μέρα. Οι ώρες κυλούσαν τόσο ευχάριστα κι όταν ο ήλιος άρχιζε να χάνεται, με βαριά ψυχή προσγειωνόμασταν στο...παρόν. Συνειδητοποιούσα τότε, ότι όταν περνάς καλά η ώρα περνάει γρήγορα. Σα να πρέπει να πληρώνεις πρόστιμο για ό,τι σου προσφέρει. Η «αιώνια μέρα μας» όμως πήγαινε προς το φυσικό τέλος της, όσο κι αν εμείς παρακαλούσαμε να μην τελειώσει ποτέ. Με μεγάλη μας λύπη συνειδητοποιούσαμε πως μαζί της τελείωνε – δυστυχώς - και το «όνειρό» μας. Δεν μας έκανε καρδιά να αποχωριστούμε. Όμως, όλα τα καλά τελειώνουν γρήγορα...
        Έτσι γυρίζαμε σπίτι αναγκαστικά, φέρνοντας μαζί μας το λουλουδένιο μαγιάτικο στεφάνι μας. Μόνο για μια μέρα, μας άφηναν αδιάφορες οι μοσχοβολιές της Άνοιξης, οι ανθοστόλιστοι αγροί, η ύπαιθρος με τους αγρούς και τα δάση. Είχαμε μπροστά μας όλη την Άνοιξη για να πηγαίνουμε βόλτες στην εξοχή και να κόβουμε αγριολούλουδα όπως ανεμώνες, μαργαρίτες, ζουμπούλια, παπαρούνες. Μας ενδιέφερε μόνο ο κήπος. Ήταν το κάτι άλλο. Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν ξανάνιωσα έτσι. Ήταν μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές. Στα παιδικά μυαλά μας κατείχε εξέχουσα θέση η «μέρα μας». Και κράτησε πολλά χρόνια αυτή η συνήθεια μέχρι που τελειώσαμε το Δημοτικό. Μετά άρχισαν οι δικοί μας να μας πειράζουν. «Τώρα πια μεγαλώσατε. Καιρός ν’ αφήσετε αυτά τα παιδιάστικα καμώματα» μας έλεγαν κι εμείς με παράπονο, έπρεπε να παραδεχτούμε την ΑΛΗΘΕΙΑ.
        Δεν μας έπαιρνε άλλο. Πώς όμως να καταλάβουμε ότι μεγαλώσαμε, αφού για μας τίποτα δεν είχε αλλάξει; Εξακολουθούσε να μας συγκινεί η Πρωτομαγιά μας, γιατί ήταν κάτι κοινό κι αποκλειστικά δικό μας. Γιατί να το απαρνηθούμε; Οι συνθήκες της ζωής όμως άλλαξαν κι εμείς υποχρεωθήκαμε να στερηθούμε αυτή τη συνήθειά μας. Αλλάζοντας σπίτι και γειτονιά και μπαίνοντας στο Γυμνάσιο, ξέχασα το ζωντανό ξυπνητήρι μου κι αρκέστηκα στο... ωρολογιακό. Γνώρισα καινούργιες φίλες, άλλαξα δρομολόγιο κι ενδιαφέροντα... όμως όταν πλησίαζε πάλι η Πρωτομαγιά... αισθανόμουνα ότι κάτι μου έλλειπε. Τότε, καταφέραμε τους γονείς μας να μας επιτρέψουν να κάνουμε ένα αποχαιρετιστήριο πρωτομαγιάτικο πάρτι, στον κήπο «μας». Κι ήταν η τελευταία μας πρωτομαγιά που έληξε άδοξα, γιατί μια καταρρακτώδης βροχή μας ανάγκασε να μπούμε στο υπόγειο όπου λόγω ποντικιών... αναγκαστήκαμε να φύγουμε τρέχοντας.
         Έμεινε όμως μια καλή ανάμνηση για θέμα συζητήσεων σε τυχαίες μελλοντικές συναντήσεις μας. Διηγιόμασταν μερικά περιστατικά απ’ τις κοινές «πρωτομαγιές μας» στις οικογενειακές συγκεντρώσεις και αναπολούσαμε με νοσταλγία εκείνες τις ανεπανάληπτες στιγμές.  Η ίδια η ζωή είναι που μας δένει κατά εποχές με ανθρώπους, αυτή η ίδια μας απομακρύνει. Αλλά σημασία έχει τι μένει μέσα μας από κάθε εμπειρία και τι αποβάλλουμε. Και ποια είναι τα κίνητρα για κάθε νέα μας γνωριμία. Οι γνήσιοι φιλικοί δεσμοί σταθεροποιούνται και διαρκούν χρόνια, μόνον όταν έχουν για βάση κάποιες αγνές παιδικές αναμνήσεις. Αν όχι, είναι προσωρινές κι εξατμίζονται με ένα φύσημα του αγέρα. Έτσι κι εμείς χαθήκαμε τα επόμενα χρόνια με τις φίλες μου λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων. Όμως δεν ξεχάσαμε όσα μας έδεσαν στα παιδικά μας χρόνια και προπάντων τις Πρωτομαγιές. Κάθε πρώτη του Μάη, ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΚΕΙ!  
      Πέρασαν τα χρόνια, μα η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ είναι πάντα μέσα στης ψυχής τα κατάβαθα... δεν ξεριζώνεται και δεν ξεχνιέται... πόσο μάλλον τώρα που στις μέρες μας δεν είναι παρά μια μέρα ΑΡΓΙΑΣ για ανάμνηση  των λαικών αγώνων των εργαζομένων για την διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων τους... και τι ειρωνεία! Σήμερα που όλα σχεδόν τα δικαιώματα των εργαζόμενων έχουν καταργηθεί... συνεχίζουμε να ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ... ενάντια σε ποιον; Απεργία χωρίς ουσία γιατί μας διαφεύγει της ΑΝΟΙΞΗΣ η σημασία! 
                 ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΛΛΗΝΕΣ
                                ΜΑΙΡΗ ΚΑΡΑ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας

Αναγνώστες

Επικοινωνήστε μαζί μας στο: politisvaris1@yahoo.gr

Επικοινωνήστε μαζί μας στο: politisvaris1@yahoo.gr
politisvaris1@yahoo.gr

Blog Archive